Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Έκθεση "Όνειρα πόλης" Δεκ. 2012

Η κοινή έκθεση εικονογράφων και συγγραφέων της SCBWI Greece πραγματοποιήθηκε το περασμένο μήνα με μεγάλη επιτυχία στο φιλόξενο χώρο του βιβλιοκαφέ Έναστρον.  Τα κείμενα συνόδευαν τις εικονογραφήσεις με θέμα "Όνειρα Πόλης..."  
Απολαύστε αυτή τη διαδικτυακή περιήγηση της έκθεσης…



 (Θέντα Μιμιλάκη)

Αυτή ήταν η τελευταία μου αγκαλιά...
Νίκη Λεωνίδου

         Αυτή ήταν η τελευταία μου αγγαλιά. Αυτή που με βάραινε και με κρατούσε πιο πολύ απ’όλες. Η πιο γλυκιά, η πιο δύσκολη, η πιο σφιχτή. Κάποτε ήταν αλλιώς. Τώρα όμως... Φόβος που έγινε αγάπη, ανάγκη που έγινε θαλπωρή. Τα δάχτυλα δεν άφηναν. Δεν ήθελα να χάσω το γλυκό σκοτάδι, τα αμυδρά φώτα πάνω στον γκρίζο τοίχο, τη ζεστή ανάσα στο μέτωπο. Όμως έπρεπε να φύγω. Όλα θα άλλαζαν. Η αλλαγή, το καλύτερο και το χειρότερο μαζί. Αντίο λοιπόν!  
          Τα χέρια μου άνοιξαν και τα μάτια μου έκλεισαν. Η καρδιά μου βούλιαξε όπως θα βούλιαζα κι εγώ. Όπως θα έπεφτα σαν φύλλο που ξεκόλλησε απ’το δέντρο. Όμως δεν βούλιαξα. Δεν έπεσα. Πέταξα ψηλά, πολύ ψηλά. Εκεί που όλα κάτω φαίνονται μικρά κι ασήμαντα. Εκεί που τα σπίτια, ο δρόμος, τα μαγαζιά, οι σκέψεις και οι στεναχώριες μοιάζουν σαν μουτζούρα, σαν ζωγραφιά βιαστικά φτιαγμένη. Ανάσανα βαθιά και πέταξα ακόμα πιο ψηλά. Πολύ ψηλά, εκεί που μόνο τα όνειρα φτάνουν. Εγώ όμως δεν είμαι όνειρο. Είμαι άνθρωπος. Είμαι άνθρωπος που ποτέ δεν έπαψε να ονειρεύεται... 


Όνειρα πόλης
Μαριβίτα Γραμματικάκη

Τα Χριστούγεννα πέρασαν πολύ γρήγορα. Μέσα σε λίγα λεπτά θαρρείς. Πως μετριέται άραγε ο χρόνος;  Ποτέ δεν κατάλαβα. Φεύγει σαν αστραπή όταν περνάς καλά και όταν βασανίζεσαι μένει παγερά ακίνητος. Εκείνη τη νύχτα δεν θα την ξεχάσω. Τα μάτια μου είχαν κολλήσει στο φινιστρίνι του καραβιού . Σε λίγα λεπτά θα ξεκινούσε το ταξίδι. Έβλεπα τα φώτα της πόλης μέσα στη νύχτα και προσπαθούσα να τα μετρήσω. Να θυμηθώ τους δρόμους, τα χρώματα των σπιτιών. Έκλεινα τα μάτια και τα φωτογράφιζα.  «Περνάει γρήγορα ο χρόνος. Θα γυρίσουμε γρήγορα» μονολογούσε η μαμά μου όλη μέρα και γέμιζε τις βαλίτσες με ρούχα για ένα χρόνο.  Δεν θα φύγουμε για πάντα, έλεγε κάθε φορά πριν φύγουμε. Πόσο κρατάει αλήθεια αυτό το «πάντα»; Ήθελα να σταματήσω τον χρόνο. Να μην φύγει το καράβι, να μην περάσει η νύχτα. Ήθελα τα πόδια μου να μακρύνουν, να μακρύνουν, να φτάσουν στον πάτο της θάλασσας και να γίνουν άγκυρα.  Γενάρης μήνας, αλλά ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια με ένα φεγγάρι ολοστρόγγυλο. Μόνο σε αυτή τη χώρα η νύχτα είναι τόσο όμορφη ακόμα και το χειμώνα. Κόλλησα ακόμα πιο πολύ στο τζάμι και άφησα τα δάκρυα να κυλίσουν. Το καράβι ξεκίνησε και τα φώτα της πόλης άρχισαν να στριφογυρίζουν και μετά να μικραίνουν ώσπου χάθηκαν τελείως.  Ένα κύμα έσκασε πάνω στο τζάμι. Από μια χαραμάδα πέρασαν μερικές θαλασσινές σταγόνες και ενώθηκαν με τα δάκρυα. Έκλεισα τα μάτια και έβαλα βαθιά μέσα μου την πόλη που άφησα. Μέχρι να γυρίσω πίσω θα την ονειρεύομαι. Για πάντα. Πόσο κρατάει τελικά αυτό το «πάντα»; Ποτέ δεν έμαθα.
(Έφη Λαδά)



Η φυγή
Μαρία Ρουσάκη

Φεύγω για πάντα από το πραγματικό, από τον δύσκολο βίο, από τα θέλω που δεν αντέχει άλλο η ψυχή μου να βαστάξει.
«Και που πας;» όλοι με ρωτούν – όλοι όσοι με αγαπούν, όλοι όσοι αγαπώ.
«Το κοράκι θα ακολουθήσω, όπου διαβαίνει στους ουρανούς, όπου προσπερνάει το τώρα, όπου το πράσινο ξεδιπλώνεται ατελείωτα στο φως.  Όπου το λευκό χνούδι των προβάτων δεν με ξεγελά.  Όπου δεν μετρά η ψυχή μου τα θέλω μου πια.»
Δεν τους λέω ότι μια ολόκληρη ζωή όσο μετρούσα τα πρόβατα, όσο προσπαθούσα να ονειρευτώ, δεν ευλογήθηκα ποτέ να ζήσω αυτά που επιθυμώ.
«Μη φύγεις,» μου ζητούν.
Κι εγώ τους κλείνω το ένα μάτι.
«Μα, μάζεψα τις βαλίτσες μου, κλείδωσα το σπίτι.  Το ταξίδι με περιμένει.  Το όνειρο να αδράξω, το τελευταίο πρόβατο να δω.»
«Μη φύγεις,» με παρακαλούν και κλείνω το άλλο μάτι.  Θέλω να μιλήσω – να τους εξηγήσω – 
Δεν θα φύγω για πάντα, αγαπημένοι μου.  Μην μου ανησυχείτε.  Τα θέλω μου εδώ δεν σταματούν αφού τώρα πάω να ζήσω…
Το όνειρο.
Και ας σβήσω.





 (Κατερίνα Φραγκάκη)



Ένα μικρό σύννεφο
Μαρίνα Μιχαηλίδου-Καδή

Ο Μάρκος κοίταξε τον απέραντο, γαλάζιο ουρανό.  Για έναν ολόκληρο χρόνο δεν είχε πέσει σταγόνα και πεθυμούσε πολύ τη βροχή.
Κάθε φορά που έβρεχε ο πατέρας του έφτιαχνε μικρές, χάρτινες βαρκούλες και ο Μάρκος τις άφηνε να ταξιδεύουν στα ποταμάκια του δρόμου, που έφερνε η βροχή.
Αυτό ήταν πριν χαθεί το χαμόγελο από τη ζωή τους.  Και πριν χαθεί η βροχή… 
Κάποιες μέρες ο Μάρκος ανέβαινε στη στέγη του σπιτιού του και κοίταζε τον ουρανό, για κάποιο σημάδι.  Ήταν σίγουρος ότι αν ερχόταν η βροχή, τα πράγματα θα γίνονταν και πάλι όπως πριν. 
«Τι κάνεις εκεί πάνω;» τον ρώτησε μια μέρα η Νεφέλη, που έμενε στο διπλανό σπίτι.
«Περιμένω τη βροχή» είπε ο Μάρκος απλά.
«Τη βροχή;  Μα όλοι λένε ότι δεν θα βρέξει ποτέ ξανά σε αυτή την πόλη!» είπε η Νεφέλη.
Εκείνο το βράδυ ο Μάρκος δεν μπορούσε να κοιμηθεί.  Άνοιξε το παράθυρό του και ανέβηκε σιγά σιγά στη στέγη. 
Κάτω από το φως του φεγγαριού, η πόλη που απλωνόταν μπροστά του άρχισε να παίρνει μια άλλη μορφή.  Δεν ήταν πια η γκρίζα πόλη της μέρας.  Ήταν μια πόλη όμορφη, γεμάτη χρώματα και χαμόγελα.
Η Νεφέλη τον είδε από το παράθυρό της και βγήκε κι εκείνη έξω.  Ο Μάρκος τη βοήθησε να ανέβει και κάθισε κοντά του.
Το βάρος που ένιωθε μέσα του ο Μάρκος τόσο καιρό δεν υπήρχε πια.  Σκέφτηκε όλους τους ανθρώπους που αγαπούσε και πόσο τυχερός ήταν που τους είχε στη ζωή του.  Κοίταξε τα αστέρια, που έλαμπαν στον ουρανό, και έκανε μια ευχή. 
Καθώς η πόλη αποκοιμήθηκε, κανείς δεν είδε το μικρό σύννεφο που άρχισε να σχηματίζεται στον ουρανό.
Ένα μικρό σύννεφο, γεμάτο ελπίδα.

 (Στάθης Πετρόπουλος)

Γιατί η νύχτα
Ράνια Μπουμπουρή

Τη νύχτα όμως η πόλη ρίχνει την γκρίζα μάσκα της και γίνεται μια μεγάλη, πολύχρωμη αγκαλιά για τα παιδιά. Κι εκείνα βγαίνουν απ’ τα πνιγηρά ημιυπόγεια και τους θλιβερούς ημιωρόφους και παίζουν και τρέχουν και γελάνε σαν τ’ άλλα παιδιά, τα τυχερά. Οι υδρορρόες των πολυκατοικιών γίνονται τσουλήθρες, τα μυριάδες καλώδια κούνιες, οι σωληνώσεις μονόζυγα κι οι στέγες τραμπάλες. Και τα παιδιά ξεχνούν προσώρας το λιγοστό φαΐ, το μετρημένο γάλα, το μπαγιάτικο ψωμί. Χορταίνουν παιχνίδι και χορταίνουν χαρά. Γιατί η νύχτα τ’ αγαπά. Κι όσο η πόλη τα διώχνει τη μέρα, τόσο η νύχτα τα κανακεύει και τα ζητά. Γιατί η νύχτα ξέρει ν’ αγαπά.
Κι εκείνα λούζονται στο σκοτάδι κι αφήνονται να γεμίσουν σκοτάδι ως απάνω, γιατί το σκοτάδι αυτό είναι το δώρο της νύχτας που θα τα βγάλει, πιο γερά, στο φως. Γιατί η νύχτα ξέρει ν’ αγαπά. Κι η αγάπη της τους δίνει φτερά.
            
Όνειρα πόλης
Μαριάννα Κουμαριανού

Μακριά από τα βλέμματα των μεγάλων
(ή εκεί όπου κι αυτοί ξαναγίνονται παιδιά
και τα όνειρα τους βγαίνουν αληθινά),
όλοι φορούν τη βραδινή τους φορεσιά:
πιτζάμες με βούλες, ρίγες και σκουφιά.
Περνούν απ’ τα παράθυρα, ψηλά,
και κάνουν τσουλήθρα πάνω στην περικοκλάδα
- σαν σε τρανάκι λούνα-πάρκ –
περνώντας από κάθε στέγη και καμινάδα.
Τότε άγκυρα φτερωτή γίνεται το πελώριο κλωνάρι
που γραπώνει και τους οδηγεί στ’ ολοστρόγγυλο φεγγάρι.






 (Mark Weinstein)




Το κουδούνι
Βασίλης Κουτσιαρής
Γιάννης Διακομανώλης


Εφιάλτες. Σκοτεινοί, τρομακτικοί!

Σαν απρόσκλητοι επισκέπτες εισχωρούν στα όνειρά μας και μας ταράζουν. Σαν να μας γνωρίζουν καλά, ξεκλειδώνουν το ντουλαπάκι των φοβερών μυστικών μας και αποκαλύπτουν τις φοβίες μας.
 Όλοι μας έχουμε. Άλλοι τις ονοματίζουμε για να τις ξορκίσουμε, άλλοι όχι. Τις θάβουμε βαθιά , νομίζοντας πως έτσι θα τις ξεχάσουμε. Δεν μπορούμε όμως. Το βράδυ παρουσιάζονται και μας κάνουν να πεταγόμαστε από τα κρεβάτια μας.
Τότε πλησιάζουμε στο παράθυρο και κοιτάμε έξω. Ψάχνουμε να βρούμε κάτι όμορφο. Κάτι παρηγορητικό. Ίσως ψηλά στα αστέρια. Ίσως απέναντι στο δρόμο ή μακριά στην πόλη. Κάποιες φορές το βρίσκουμε. Άλλες όχι.
Δεν είμαστε όμως μόνοι. Κι άλλοι άνθρωποι είναι σαν εμάς. Κι άλλοι πλησιάζουν στο παράθυρο αργά τη νύχτα. Άλλοτε με αναμμένο τσιγάρο, άλλοτε με ποτό, άλλοτε με δακρυσμένα μάτια… 
Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι δίπλα μας. Ζουν σε διπλανές πόρτες του πάνω ή κάτω ορόφου. Τους έχουμε δει να περνάνε. Τους έχουμε ακούσει να μιλάνε. Τους έχουμε προσπεράσει τυχαία. 
Τα βράδια σχεδόν ακούμε την ανάσα τους, τα βήματά τους.
Ποτέ δεν σκεφτήκαμε να τους μιλήσουμε. Να κάτσουμε μαζί τους. Να γελάσουμε. Να τους ακούσουμε και να μας ακούσουν.
Αν το κάναμε, όλα θα άλλαζαν…
Η μοναξιά θα ημέρευε, το τσιγάρο δεν θα άναβε, το ποτήρι κρασί θα γνώριζε παρέα. Η νύχτα θα έδινε σκυτάλη στη μέρα με πρόσωπα χαρούμενα, χωρίς τόσες φοβίες και εφιάλτες.
Ας κάνουμε, λοιπόν,  το πρώτο βήμα. Το κουδούνι βρίσκεται στις πόρτες τους. Μην φοβάστε. Χτυπήστε το!

(Πωλίνα Παπανικολάου)

Η μπούκλα του ονείρου της
Εύα Κασιάρου

Ξημέρωνε. Ανέβηκα στην ταράτσα. Τα ρούχα απλωμένα. Κοίταξα τον ουρανό. Ανεμοστρόβιλοι βραδινών ονείρων. Τους  άγγιξα. Στο χέρι μου γράφτηκαν ονόματα πολλά. Ένα από αυτά Λίλα. Το φόρεμά της μπλε με άσπρο γιακά. Το περπάτημά της ρυθμικό. Το όνειρό της μυρωδάτο. Λουλουδένιο σαν το μωβ λουλούδι κάτω από το παράθυρό της. Τα μαλλιά της σγουρά, σαν τη μπούκλα του ονείρου της. Μέτραγε τους φίλους της. Στάθηκε στον αριθμό δύο. Ήθελε πολλούς.
Τα χέρια τους να σμίξουν.
Τους δρόμους με γέλια να γεμίσουν.
Να κάνουν ζαβολιές πολλές.
Ως και αυτιά λαγού στο μουσείο να φορέσουν.
Το εργοστάσιο να γκρεμίσουν και παιδική χαρά να κτίσουν.
Κοίταξε το όνειρο από δω. Το κοίταξε από εκεί. Έτρεξε στο σπίτι το παλιό. Δύο γέρικα χέρια την έσφιξαν γερά. Και ζωγράφισαν μαζί. Το τότε, το τώρα, το μετά. Ζήλεψαν το παρελθόν. Έσφιξαν τα δόντια στο παρόν. Παραδόθηκαν με πινέλα και μπογιές στο μέλλον. Το φεγγάρι κατέβηκε ολογλήγορα τις σκάλες του ουρανού. Το ταρατσόδεντρο γύρεψε ματιά. Την πήρε. Το μανιτάρι άνοιξε ομπρέλα, το όνειρο να μη βραχεί. Το μέλλον ζεστάθηκε στο φως της αυγής.
Η Λίλα έτρεξε στο κρεβάτι να χωθεί. Στο δρόμο χάθηκε ο άσπρος της γιακάς.
«Δε θα το βάλω κάτω, δε θα κλάψω, θα ράψω καινούργιο» είπε.
Κοίταξα τα απλωμένα ρούχα. Διάλεξα το άσπρο. Έφτιαξα γιακά. Τον άφησα στην ταράτσα.
«Θα το δει από το παράθυρό της όταν ξυπνήσει» σκέφτηκα.
Βγήκα στον έρημο δρόμο. Περπάτησα. Στάθηκα  μπροστά από το μουσείο. Τα βλέφαρά μου πετάρισαν. Λαγουδένια αυτιά είχαν φυτρώσει στη στέγη του. Χαμογέλασα.
«Λες; Όλα είναι πιθανά. Τίποτα δεν αποκλείεται» είπα και συνέχισα τον δρόμο μου. 

 Όνειρα πόλης
Γιώτα Κ. Αλεξάνδρου

Το φεγγάρι έδωσε το σύνθημα. Φανάρι έγινε στρογγυλό στον ουρανό. Κι εκείνος μάζεψε με τη σειρά του όλα τα αστέρια για να φωτίσουν την πόλη και το σχέδιό μου. Ακριβώς όπως είχαμε συμφωνήσει.
Είναι η μεγάλη νύχτα. Η νύχτα μου. Καιρός ήταν. Μετά από τόσες απαγορεύσεις. Την προηγούμενη φορά δεν είχαν πάει όλα σύμφωνα με το σχέδιο. Είναι αλήθεια. Και τιμωρήθηκα γι’ αυτό. Άδικα.
Απόψε όμως…
Δεν υπάρχει ψυχή στους δρόμους. Τόσο το καλύτερο. Μόνο εγώ και οι ουράνιοι συνεργοί μου. Και κάτι τριζόνια για αντιπερισπασμό. Γίνομαι φτερό και γλιστρώ από τοίχο σε τοίχο. Ποτέ δεν ξέρεις.
Αρχίζω δουλειά. Συγκεντρώνομαι και… παφ! Ένας σούπερμαν-ιτάρι σε μια ταράτσα. Πιφ! Ένα δέντρο-βεντάλια σε μια άλλη, αγκαλιά με μια μπουγάτσα. Ποφ! Ένα λουλούδι-γίγαντας, σε νυχτερινό περίπατο, στη θέση αποτσίγαρου.
Συνεχίζω. Έχω πάρει φόρα. Μ’ αρέσει αυτό το παιχνίδι. Μμμ… βάζω δυο χνουδωτά αυτιά λαγού στο μουσείο. Δυο λευκά φτερά αετού στο γραφείο. Ένα κίτρινο ράμφος κοτσυφιού στο σχολείο. Α! και μια πράσινη προβοσκίδα ελέφαντα στο υπουργείο. Ταιριάζει. Τέλεια!
Oι τοίχοι, ζωντανοί πίνακες γίνονται, κάθε λεπτό να καθρεφτίζουν ό,τι οι άνθρωποι αγαπούν, να ξεκινούν γλυκά τη μέρα.
Ξημερώνει. Πρέπει να τελειώσω γρήγορα πριν τελειώσει η νύχτα. Ρίχνω χρώμα. Πολύ χρώμα. Στις στέγες, στα ρούχα, στις καρδιές, στα όνειρα. Ωραία. Τώρα η πόλη είναι αγνώριστη. Σύμφωνα με το σχέδιο. Η αποστολή εξετελέσθη. Παιχνιδάκι ήταν.
Σαν θα ξυπνήσουν το πρωί, θέλω πολύ να δω. Θα ξαναβρούν το χαμόγελό τους; Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που το είδα…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου